71ον Καϊμακλίου

Η καλύτερη προσκοπική παρέα...

 
Παραδοσιακά Παιχνίδια PDF Εκτύπωση
Ευρετήριο Άρθρων
Παραδοσιακά Παιχνίδια
Σχοινί
Σακουλοδρομίες
Γαϊδουροδρομίες
Βασιλιτζιά
Διτζίμιν
Ο Μίρμηλλος
Πρώτη Ελιά
Ζίζυρος
Τριάππηδκια
Συτζιά
Σούσα
Σκατούλλικα
Λιγκρίν
Λουκκούιν
Όλες οι σελίδες

(Από την εφήμερίδα "Ο Φιλελεύθερος", 8 Μαρτίου 2009)

Βασιλέας

Παιγνίδι για "νεαρά" κορίτσια. Σχημάτιζαν στο χώμα διάφορα τετράγωνα (τις αμπούστες), που ήταν όμως συνδεδεμένα το ένα με τ' άλλο, είχαν δηλαδή μια συνέχεια και αλληλουχία μεταξύ τους. Στη συνέχεια από μια απόσταση ένα με δύο μέτρα ρίχνοντας μια μικρή επίπεδη πέτρα προς την πρώτη, αμπούστα, ε-τάσσαν. Όποιας η πέτρα έπεφτε κοντά ή μέσα στην αμπούστα, αυτή θα έπαιζε πρώτη.

Με το ένα πόδι μισοσηκωμένο και χωρίς να ακουμπά καθόλου το έδαφος, κάνοντας «κουτσαντήρι» κρατούσαν ισορροπία και ταυτόχρονα με μικρά-μικρά πηδηματάκια προσπαθούσαν γα σπρώξουν την πέτρα από το ένα τετραγωνάκι στο άλλο ακουμπώντας την απαλά με τη μύτη του παπουτσιού τους.

Η πέτρα, έπρεπε να περνά από το ένα τετραγωνάκι στο άλλο, χωρίς να βγαίνει έξω, αλλά ούτε και να σταματά πάνω στις γραμμές που καθόριζαν τις αμπούστες -τα τετραγωνάκια Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε το κορίτσι που διαγωνιζόταν έχανε και έπαιρνε άλλο τη θέση του.


Σχοινί

Άλλο ένα παιγνίδι για κορίτσια. Μαζευόταν η παρέα των νεαρών κοριτσιών σ' ένα φιλικό σπίτι ή στη γειτονιά, έχοντας μαζί τους 2-3 μέτρα «λιμιστήρα», λεπτό δηλαδή σχοινί. Δύο από τα κορίτσια της παρέας κρατούσαν από τις άκρες το σχοινί και το ανέμιζαν κάνοντας κυκλικές κινήσεις των χεριών τους. Με αυτή την κίνηση το σχοινί σχημάτιζε ένα είδος «θόλου». Και ενώ το σχοινί ήταν σε διαρκή κίνηση, έμπαιναν μέσα στο «θόλο» που σχηματιζόταν, ένα, δύο, καμιά φορά και τρία κορίτσια και με μικρά επιτόπου πηδηματάκια με τα δυο πόδια ενωμένα ή με κουτσαντήρι (όπως είδαμε πιο πάνω στο παιγνίδι του βασιλέα) προσπαθούσαν να αποφύγουν το σχοινί, να μη χτυπήσει στα πόδια τους. Αν κάποια στιγμή το σχοινί τις ακουμπούσε, ή τις χτυπούσε στα πόδια, τότε έχαναν και αντιστρέφονταν οι ρόλοι. Οι χαμένες δηλαδή έπαιρναν τη θέση των κοριτσιών που κινούσαν το σχοινί και οι άλλες έμπαιναν στον «χορό».


Σακουλοδρομίες

Ομαδικό παιγνίδι για αγόρια. Οι διαγωνιζόμενοι έμπαιναν σ' ένα σακί (σακούλα στην κυπριακή τοπολαλιά) και αφού την έδεναν στη μέση τους, προσπαθούσαν με μικρά προσεκτικά πηδήματα, έχοντας τα πόδια ενωμένα, να τερματίσουν πρώτοι. Μερικές φορές διαγωνίζονταν ο καθένας για τον εαυτό του, άλλες πάλι φορές όταν οι παίκτες ήταν πολλοί, χωρίζονταν σε δύο ή περισσότερες ομάδες.


Γαϊδουροδρομίες

Τα παλιά χρόνια στην Κύπρο τα συμπαθέστατα αυτά τετράποδα ήταν σε αφθονία, αφού θεωρούνταν ιδανικός βοηθός του ανθρώπου σε πλείστες τόσες εργασίες. Οι γαϊδουρομαχίες γίνονταν συνήθως σε μεγάλες εμποροπανηγύρεις, όπου οι πωλητές των ζώων ήθελαν να αποδείξουν ότι τα δικά τους ήταν πιο γρήγορα και ανθεκτικά από τα άλλα. Αφού καθοριζόταν η διαδρομή, η αφετηρία και το σημείο όπου θα τερμάτιζαν, τα γαϊδουράκια μαζί με τους αναβάτες έμπαιναν στη γραμμή και με το σύνθημα της εκκίνησης άρχιζαν τον «καλπασμό» με στόχο την πρώτη θέση.


Βασιλιτζιά

Ομαδικό παιγνίδι με δύο ή περισσότερα παιδιά. Ο ένας ανέβαινε στην πλάτη του άλλου και ανυψώνοντας τα δάκτυλα του έλεγε: «Βάσιλιτζιά, τζιαι μετα πόσα της...». Ο άλλος που ήταν από κάτω χωρίς να βλέπει έπρεπε να μαντέψει πόσα ήταν τα ανοικτά δάκτυλα. Αν η απάντηση ήταν σωστή, τότε άλλαζαν θέσεις, αλλιώς συνέχιζαν μέχρι να δοθεί η σωστή απάντηση.


Διτζίμιν

Το Διτζίμιν (Δοκίμιο στην αρχαία Ελληνική) ήταν ολυμπιακό αγώνισμα άρσης βαρών. Στην Κύπρο για διτζίμιν χρησιμοποιούσαν συνήθως τμήμα αρχαίας κολώνας που το έβαζαν στην είσοδο των εκκλησιών ή στις πλατείες των χωριών. Στις μεγάλες θρησκευτικές εορτές ή τις εμποροπανηγύρεις, οι πιο ρωμαλέοι από τους άνδρες διαγωνίζονταν για το ποιος θα το σηκώσει πιο ψηλά. Υπάρχουν πάρα πολλά παλιά παραδοσιακά τραγούδια που εξυμνούν αυτό το αγώνισμα και κάποιους άντρες που έγιναν ξακουστοί με τις δυνατότητες τους στο διτζίμιν.


Ο Μίρμηλλος

«Τούτος κάμνει μας τον Μίρμηλλο» έλεγαν οι πρωτινοί και υπονοούσαν πως αυτός στον οποίο απευθύνονταν τους έκαμνε (έπαιζε) τον έξυπνο. 4 φράση προήλθε από ένα παλιό παιγνίδι που έπαιζαν πολλά παιδιά μαζί και το οποίο συνδύαζε την εξάσκηση του μυαλού/των γνώσεων και του σώματος. Το παιγνίδι ήταν γνωστό σ' ολόκληρη την Κύπρο με κάποιες μικροδιαφορές, ανάλογα με την περιοχή. Μια εκδοχή είναι η εξής:

Ένα παιδί από την παρέα -που θεωρείτο πως είχε περισσότερες γνώσεις από τα άλλα- έπαιρνε ένα πρόχειρο μαστίγιο φτιαγμένο από κουρέλια, τα οποία ήταν δεμένα κόμπους κατά διαστήματα, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά στέκονταν ημικυκλικά απέναντι του και σε κοντινή απόσταση. Το πρώτο παιδί -ο Μίρμηλλος- ρωτούσε παραστατικά διάφορα πράγματα και τα υπόλοιπα παιδιά, ένα ένα έπρεπε να δώσουν τη σωστή απάντηση στην κάθε ερώτηση. Σε αντίθετη περίπτωση ο «Μίρμηλλος» τους ξυλοφόρτωνε με το ρούχινο μαστίγιο. Αν τώρα κάποιο παιδί απαντούσε σωστά, έπαιρνε το μαστίγιο και τη θέση του πρώτου παιδιού απέναντι από το ημικύκλιο και στη συνέχεια έκανε αυτό τις ερωτήσεις.

Μια παραλλαγή ή και προέκταση του παιχνιδιού είναι η πιο κάτω: Αν κανένα από τα παιδιά δεν κατάφερνε να απαντήσει σωστά, τότε ένα απ’ αυτά φώναζε συνθηματικά «Μίρμηλλος» και τότε όλα μαζί επιτίθονταν στο πρώτο παιδί. Αυτό για να σωθεί έπρεπε να μαντέψει ποιος φώναξε το σύνθημα και να του παραδώσει το κουρελομαστίγιο. Το παιγνίδι συνεχιζόταν έπειτα με νέο αρχηγό.


Πρώτη Ελιά

Αυτό το παιγνίδι ήταν καθαρά ψυχαγωγικό χωρίς καθόλου ανταγωνισμό. Παιζόταν από 4 έως και 10 παιδιά (αγόρια). Το πρώτο παιδί έσκυβε από τη μέση και πάνω προς τη γη, σε θέση ορθής γωνίας. Το δεύτερο πηδούσε από πάνω του, στηρίζοντας τα χέρια του στην πλάτη του πρώτου. Με τον ίδιο τρόπο ένα-ένα τα υπόλοιπα παιδιά πηδούσαν κι αυτά, μέχρι που ερχόταν η σειρά ξανά για το πρώτο παιδί, και το παιγνίδι συνεχιζόταν κατ' αυτό τον τρόπο.

Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν ποικίλες παραλλαγές του παιγνιδιού με μικροδιαφορές, ενώ σε κάποιες περιοχές από καλείται και «Ξεροπόταμος».


Ζίζυρος

Το παιγνίδι αυτό παίζεται σε δύο διαφορετικές παραλλαγές.

Στην πρώτη συμμετέχουν δύο μόνο παιδιά. Το πρώτο στέκει όρθιο βάζοντας την αριστερή του παλάμη ανοικτή στη δεξιά πλευρά του προσώπου του και το άλλο με ανοικτή τη δική του παλάμη κτυπά αυτή του συντρόφου του, στοχεύοντας μ' αυτό τον τρόπο να του ρίξει το σκούφο που φορεί στο κεφάλι. Η διαδικασία της ανοικτής παλάμης συνεχίζεται μέχρις ότου πέσει ο σκούφος και τότε οι ρόλοι αντιστρέφονται.

Στη δεύτερη παραλλαγή συμμετέχουν περισσότερα από δύο παιδιά. Το σκηνικό βασικά είναι το ίδιο, με ένα παιδί να στέκεται όρθιο με την παλάμη ανοικτή και τα άλλα να είναι πίσω του σε μικρή απόσταση, και να το κτυπούν. Το πρώτο παιδί που κοιτάζει προς την άλλη κατεύθυνση, πρέπει να μαντέψει ποιος τον έχει κτυπήσει. Μετά το κτύπημα στρέφεται προς τα παιδιά και προσπαθεί να βρει τον «ένοχο». Τότε, όλα μαζί για να τον παραπλανήσουν σηκώνουν το δεξί τους δείκτη κάνοντας το γνωστό ήχο του ζίζυρου:

Ζζζζζζ····

Αν μαντέψει σωστά, τότε τη θέση του παίρνει αυτός που έδωσε το κτύπημα. Αν όχι, το παιγνίδι συνεχίζεται μέχρι να γίνει σωστή... διάγνωση.


Τριάππηδκια

Αγώνισμα των Ολυμπιακών Αγώνων (το γνωστό τριπλούν) που παίζεται με διάφορες παραλλαγές ανάλογα με τις περιστάσεις ή τη διάθεση. Έχει βεβαίως ανταγωνιστικό χαρακτήρα. Τραβούσαν μια γραμμή στο χώμα, και έχοντας αυτή ως βάση, έκαναν τρία πηδήματα προσπαθώντας να πάνε όσο το δυνατόν πιο μακριά. Νικητής ήταν αυτός που θα πηδούσε πιο μακριά από όλους.


Συτζιά

Παιγνίδι για κορίτσια. Έδεναν ένα σχοινί στον κορμό ενός δέντρου, με το ελεύθερο του μέρος να έχει μήκος 1,5 έως 2 μέτρα. Ένα από τα κορίτσια κρατώντας την άκρη του σχοινιού προσπαθούσε να ακουμπήσει κάποιο από τα υπόλοιπα, που και αυτά με τη σειρά τους έκαναν προσπάθειες να χτυπήσουν στην πλάτη το πρώτο κορίτσι, χωρίς βέβαια να του δώσουν την ευκαιρία να τα ακουμπήσει. Το παιγνίδι συνεχιζόταν κατ’ αυτό τον τρόπο και όταν το πρώτο κορίτσι κατάφέρνε να ακουμπήσει κάποιο από τα υπόλοιπα, τότε έπαιρνε αυτό τη θέση του στο σχοινί.


Σούσα

Εθεωρείτο και αυτό παιγνίδι για κορίτσια που είχε την τιμητική του ιδιαιτέρα τις μέρες του Πάσχα, εξ ου και το πασίγνωστο παραδοσιακό τραγούδι:

«...θεέ μου νάρταν οι Λαμπρές να κρεμαστούν οι σούσες, τζιαι να γεμώσουν τα στενά ούλλον μαυρομματούσες...»

Μαζεύονταν τα ανύπανδρα κορίτσια σι ένα φιλικό ή συγγενικό σπίτι και άρχιζαν τι παιγνίδι... Έδεναν στην οριζόντια δοκό του ηλιακού δυο σχοινιά σε απόσταση 1,5 περίπου μέτρο, το ένα από το άλλο και τα άφηναν να κρεμαστούν κάτω. Τις δυο αυτές άκρες, αφού τις έδεναν αφήνοντας όμως ένα μικρό άνοιγμα, περνούσαν μέσα από αυτό ένα σανίδι πλάτους 20-25 εκ. και πάχους 3-5 εκ. Στο σανίδι κάθονταν δύο έως τρεις νέες, ενώ οι άλλες στέκονταν πίσω και μπροστά σπρώχνοντας τη σούσα για να πάρεί «πούλλον», να αποκτήσει δηλαδή ταχύτητα και να αρχίσει να αιωρείται μπροστά-πίσω. Ταυτόχρονα τραγουδούσαν διάφορα τραγούδια, τα επονομαζόμενα τραγούδια της σούσας. Συνήθως η καλοφωνάρισσα της παρέας μαζί με άλλη μια κοπέλα, ανέβαιναν όρθιες στα δυο άκρα του σανιδιού της σούσας που εξείχαν από τα κάθετα σχοινιά κι έδινε το γενικό πρόσταγμα επιλέγοντας ένα τραγούδι. Καμιά φορά, εάν οι συνθήκες επέτρεπαν, σ' αυτά τα άκρα ανέβαιναν δισκάπουλλοι (νεαροί άντρες, ανύπαντροι) τις οικογένειας που φιλοξενούσε τη συνάθροιση των κοριτσιών. Η κυπριακή σούσα είναι η συνέχεια της αιώρας, από την αρχαία Ελλάδα. Μάλιστα σε αρκετές περιοχές του νησιού μας μέχρι και σήμερα τη σούσα την αποκαλούσαν αιώρα.


Σκατούλλικα

Άλλο ένα παιγνίδι που έλκει την καταγωγή του από την αρχαία Ελλάδα, είναι «τσουλλιά», περισσότερο γνωστά ως «σκαστούλλικα». Μάζευαν μικρές επίπεδες πέτρες και τις έβαζαν τη μια πάνω στην άλλη. Με μια άλλη πέτρα (το κάθε παιδί είχε τη δική του), λίγο στρογγυλεμένη και πιο βαριά από τις άλλες, προσπαθούσαν να «κουτσιήσουν», να βάλουν δηλαδή στο σημάδι τις πέτρες που ήταν οίο σωρό και να τις ρίξουν κάτω. Νικητής ήταν εκείνος που έριχνε τις περισσότερες.


Λιγκρίν

Παιζόταν από δύο ή περισσότερα παιδιά (αγόρια) σε ανοικτούς χώρους.

Κατ' αρχήν έβαζαν δύο πέτρες σε απόφαση 10 περίπου εκατοστών τη μια από την άλλη, και πάνω σ' αυτές τοποθετούσαν το λιγκρίν, ένα στρογγυλό, λεπτό ξυλαράκι διαμέτρου 2 έως 2,5 εκ. και μήκους 10 έως 12 εκ. Αυτό ήταν το λιγκρίν. Το δεύτερο βασικό εργαλείο, ήταν η λίγκρα. Ένα μακρύ στρογγυλό ξύλο, μήκους 50 έως 70 εκ. και διάμετρο 3 εώς 4 εκ. Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές του παιγνιδιού και κανονισμοί ανάλογα με την περίπτωση, κατά βάση όμως όταν οι παίχτες ήταν μόνο δύο, ίσχυαν τα εξής: Πρώτα ήταν το «τάξιμο». Διαγωνίζονταν δηλαδή για το ποιο από τα δυο παιδιά θα έπαιζε πρώτο. Συνήθως την πρωτιά είχε αυτό που θα πετούσε το λιγκρίν πιο μακριά, χτυπώντας το μόνο μια φορά με την λίγκραν. Όταν καθοριζόταν η σειρά, αυτός που θα έπαιζε πρώτος πήγαινε στη «νισκιάν», εκεί δηλαδή που ήταν τοποθετημένο το λιγκρίν πάνω στις πέτρες και αφού το ανασήκωνε μ' ένα ελαφρύ κτύπημα της λίγκρας, το χτυπούσε με δύναμη καθώς ήταν στον αέρα, προσπαθώντας να το ρίξει όσο το δυνατόν πιο μακριά. Το άλλο παιδί προσπαθούσε να το πιάσει στον αέρα. Αν τα κατάφερνε, στη συνέχεια το έριχνε προς τη νισκιάν λέγοντας: "Έκρουσες!" Αν το λιγκρίν πήγαινε κοντά στη νισκιάν και σε απόσταση μικρότερη από το μήκος της λίγκρας τότε κέρδιζε και τον πρώτο γύρο του παιγνιδιού. Ταυτόχρονα όμως, το πρώτο παιδί έτρεχε και αυτό προς το λιγκρίν προσπαθώντας με τη λίγκραν να το χτυπήσει στον αέρα, επαναφέροντάς τα προς τη νϊόκιάν. Αν δεν τα κατάφερνε και το λιγκρίν έπεφτε στο έδαφος, τότε είχε ακόμα τρεις ευκαιρίες. Με τη λίγκραν, χτυπούσε απαλά στην άκρη το λιγκρίν ανασηκώνοντας το από το χώμα, το χτυπούσε με δύναμη λέγοντας: μάτσας. Έκανε το ίδιο για δεύτερη φορά, λέγοντας:δκυότσας. Και για τρίτη, λέγοντας: τρίτσας. Είχε όμως άλλη μια ευκαιρία. Βάζοντας ίο στο στόμα, το φυσούσε με δύναμη, με κατεύθυνση πάντα τη νισκιάν. Αυτή την φορά έπρεπε οπωσδήποτε να το ρίξει ανάμεσα στις δύο πέτρες, αλλιώς έχανε. Αν τα παιδιά ήταν περισσότερα από δύο, τότε συνήθως χωρίζονταν σε δύο ομάδες στις οποίες έδιναν και ονόματα, όπως: Οι «πανωχωρίτες», η «μέσα γειτονια», κτλ.


Λουκκούιν

Παιγνίδι για αγόρια με... τζογαδόρικο χαρακτήρα. Κατ' αρχήν, οι διαγωνιζόμενοι συμφωνούσαν με τι είδος «εμπόρευμα» θα διαγωνίζονταν. Συνήθως ήταν αμύγδαλα, καρύδια, πιριλιά (σβώλοι) κ.λ.π. Στη συνέχεια σε μια μικρή κλίση του εδάφους (του λεγόμενού όχτου στην κυπριακή) έβγαζαν μια ξέβαθη τρύπα, το λουκκούιν.

Ένα ένα τα παιδιά έριχναν μια χούφτα από τα αμύγδαλα για παράδειγμα, με στόχο εάν ήταν δυνατό, να τα βάλουν όλα στο λουκούιν. Όσα απ' αυτά έπεφταν έξω τα έπαιρνε ο Λουκκάτορας, ή Πάγκατζιης όπως αλλιώς έλεγαν το παιδί που ήταν υπεύθυνο για το λουκκούιν. Όσα αμύγδαλα έμπαιναν στο λουκκούιν τα μετρούσαν και αν ο αριθμός ήταν ζυγός τότε ο Πάγκατζιης έδινε άλλα τόσα στον παίχτη. Αν ο αριθμός ήταν μονός, τότε έπαιρνε και αυτά ο Πάγκατζιης.